κυλίκιον

κυλίκιον
κυλίκιον
small cup
neut nom/voc/acc sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • κυλίκιον — κυλίκιον, τὸ (Α) μικρή κύλιξ, ποτηράκι, κυπελλάκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < κύλιξ, ικ ος + υποκορ. κατάλ. ιoν] …   Dictionary of Greek

  • κυλικίου — κυλίκιον small cup neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυλικίων — κυλίκιον small cup neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κυλίκια — κυλίκιον small cup neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • VASARIUM — in Gloss. Graeco Latinis Σκευοθήκη, in aliis Κυλίκιον, locus ubi vasa, pocula inprimis, reponebantur, Hispanis hodieque Vasar. Alias vocis notiones habes apud Hadr. Turnebum, in Adversar. l. 10. c. 18. l. 21. c. 15. et Iac. Gothofredum, ad l. 12 …   Hofmann J. Lexicon universale

  • κύλικας — ο, και κύλικα, η (AM κύλιξ, κος, ἡ, Α επιγρ. σπαν. και κύλιξ, ὁ) 1. είδος ποτηριού με χαμηλή και λεπτή βάση και δύο λαβές που χρησιμοποιείται συνήθως ως κρασοπότηρο (α. «ἐς κύλικα μεγάλην κεραμίνην οἶνον ἐγχέαντες», Ηρόδ.) 2. παροιμ. «πολλά… …   Dictionary of Greek

  • πεντώβολος — ον, Α 1. αυτός που έχει αξία πέντε οβολών 2. (το ουδ. ως επίρρ.) πεντώβολον αντί ημερήσιας αμοιβής πέντε οβολών 3. φρ. «κυλίκιον τοῡ πεντωβόλου» κύλικας χωρητικότητας οίνου που αξίζει πέντε οβολούς. [ΕΤΥΜΟΛ. < πεντ (βλ. πεντα ) + ώβολος (<… …   Dictionary of Greek

  • σκαλλίον — τὸ, Α (με υποκορ. σημ.) μικρό ποτήρι ή κύπελλο («κυλίκιον μικρὸν ᾧ σπένδουσι Αἰολεῑς ὡς Φιλητᾱς φησὶν ἐν Ἀτάκτοις», Φιλήτ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Άγνωστης ετυμολ. Η σύνδεση της λ. με το αρχ. νορβ. skalle «κρανίο» παραμένει ανεπιβεβαίωτη] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”